Η τρυφερή σχέση ανάμεσα στη Βούλα και τον Ορέστη στα επόμενα επεισόδια του Πόρτο Λεόνε θα περάσει δύσκολες στιγμές, καθώς ο Ορέστης θα έρθει αντιμέτωπος με την αλήθεια για την πραγματική ταυτότητα της Βούλας.
Η γνωριμία του ζευγαριού και η μεγάλη έλξη
Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν εντελώς τυχαία σε ένα ζαχαροπλαστείο, όμως η έλξη τους ήταν άμεση και δυνατή. Από την πρώτη στιγμή που αντάμωσαν τα βλέμματά τους, ένιωσαν πως κάτι ξεχωριστό γεννιέται. Ο διάλογός τους ήταν γεμάτος αμεσότητα, γοητεία και τρυφερότητα, ενώ η χημεία τους ήταν αδιαμφισβήτητη.
Ο Ορέστης, ναυτικός στο επάγγελμα, έκανε εξαρχής αισθητή την ιδιότητά του με τη στολή του. Η Βούλα, από την άλλη, παρουσιάστηκε ως μια απλή, καθημερινή κοπέλα γεμάτη όνειρα να γίνει δασκάλα, επιλέγοντας όμως να κρύψει ποια είναι πραγματικά.

Η επόμενη τους συνάντηση θα πραγματοποιηθεί σε ένα μαγευτικό τοπίο δίπλα στη θάλασσα, όπου οι δύο τους θα ζήσουν ρομαντικές στιγμές γεμάτες τρυφερότητα. Ένα φιλί θα επισφραγίσει τα συναισθήματά τους και θα φανερώσει την ένταση του έρωτά τους. Η Βούλα θα νιώσει ευτυχισμένη και γεμάτη ελπίδα, μέχρι τη στιγμή που ο Ορέστης θα της αποκαλύψει πως έλαβε ειδοποίηση για το επικείμενο εμπάργκο. Έτσι, την επόμενη εβδομάδα, οι δρόμοι τους θα πρέπει αναγκαστικά να χωρίσουν.
Η αλληλογραφία και η ψεύτικη διεύθυνση
Η Βούλα χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της όταν ο Ορέστης της ανακοινώνει πως πρέπει να φύγει. Εκείνος, όμως, προσπαθεί να την καθησυχάσει, υποσχόμενος ότι θέλει να διατηρήσουν την επικοινωνία τους μέσα από γράμματα. Έτσι, όσο ο καιρός περνά και τους χωρίζει η απόσταση, οι δυο τους αλληλογραφούν, κρατώντας τη φλόγα του έρωτά τους ζωντανή.
Όταν ο Ορέστης επιστρέφει στη στεριά, αποφασίζει να κάνει στην αγαπημένη του μια τρυφερή έκπληξη. Μαζί με τον αδελφό του, τον Γρηγόρη, πηγαίνει να τη συναντήσει στο σπίτι της, το οποίο γνωρίζει μόνο μέσα από τη διεύθυνση που αναγράφεται στα γράμματά της.
Φτάνοντας εκεί, όμως, τον περιμένει μια δυσάρεστη έκπληξη. Το σπίτι είναι ερειπωμένο και φαίνεται να μην κατοικείται εδώ και καιρό. Ένας ηλικιωμένος άνδρας που ζει στη γειτονιά τού αποκαλύπτει ότι εκεί δεν μένει κανείς, παρά μόνο μια κοπέλα που εμφανίζεται πού και πού για να παίρνει κάποια γράμματα.
Ο Ορέστης παγώνει. Νιώθει πληγωμένος, απογοητευμένος και προδομένος. Καταλαβαίνει πως η Βούλα τού έχει πει ψέματα και πως δεν είναι η γυναίκα που πίστευε. Τα αδέλφια του, η Λένα και ο Γρηγόρης, μαζί με τον φίλο του Χρόνη, προσπαθούν να τον ηρεμήσουν και να του δώσουν κάποια λογική εξήγηση, όμως εκείνος είναι ανένδοτος και γεμάτος θυμό.
Μέσα στην οργή του, παίρνει μια παρορμητική απόφαση: να τερματίσει τη σχέση τους. Στέλνει στη Βούλα ένα τελευταίο γράμμα, μέσα στο οποίο της εξηγεί πως δεν μπορεί να συγχωρέσει το ψέμα και ότι πλέον γνωρίζει όλη την αλήθεια.
